γλωσσοφαγιά


γλωσσοφαγιά
[глоссофагья]

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γλωσσοφαγιά" в других словарях:

  • γλωσσοφαγιά — η η κακολογία, τα φθονερά λόγια που λέγονται για την επιτυχία κάποιου και του φέρνουν κακοτυχία: Η γλωσσοφαγιά του κόσμου τούς χώρισε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλωσσοφαγία — η·1. βασκανία που οφείλεται σε φθονερές κρίσεις και σχόλια για τις επιτυχίες κάποιου 2. συκοφαντία …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοφάγωμα — το η γλωσσοφαγιά …   Dictionary of Greek

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοφάγωμα — το η γλωσσοφαγιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)